Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Πρώιμη ανίχνευση παιδιών σε κίνδυνο Ειδικών Μαθησιακών Δυσκολιών

Οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (ΕΜΔ) απασχολούν τα τελευταία χρόνια ένα πολύ σημαντικό ποσοστό μαθητών, γονέων αλλά και εκπαιδευτικών. Λίγοι όμως από αυτούς αντιλαμβάνονται την σημασία της πρώιμης ανίχνευσης στην αποκατάσταση αυτών των δυσκολιών. Όταν αυτές καταφέρουν να γίνουν αντιληπτές πριν από το 5ο έτος της ηλικίας και υπάρχουν σημάδια για μελλοντική εμφάνιση προβλημάτων μάθησης, θεωρούνται ότι τα παιδιά αυτά βρίσκονται σε «επικινδυνότητα» για σχολικές δυσκολίες, αναφερόμενα στην αγγλική βιβλιογραφία ως «children at risk» (Fish, 1989).
Υπολογίζεται ότι το 1/3 των παιδιών προσχολικής ηλικίας βρίσκεται σε επικινδυνότητα για σχολική αποτυχία. Τα προβλήματα αρχίζουν να εμφανίζονται από τη γέννηση ή και από τους πρώτους μήνες της ζωής. Η πρώτη παιδική ηλικία είναι καθοριστική για τη μάθηση, καθώς στην περίοδο αυτή συμβαίνουν κρίσιμες εξελίξεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Έρευνες έχουν δείξει ότι εκατομμύρια παιδιών προσχολικής ηλικίας στερούνται ιατρικής φροντίδας και πνευματικών ερεθισμάτων σε τέτοιο βαθμό, ώστε να στερούνται προοπτικής να εξελιχθούν σε υγιείς και υπεύθυνους ενήλικες (Carnegie Corporation, 1994 ). Σήμερα, είναι γενικά αποδεκτό ότι στη διάρκεια της βρεφικής και νηπιακής ηλικίας συντελείται ουσιαστικά μάθηση. Μελέτες σχετικά με την ανάπτυξη του εγκεφάλου έχουν δείξει ότι για να μεγιστοποιηθεί η νοητική ανάπτυξη, οι προσπάθειες είναι αναγκαίο να ξεκινούν πριν από τα 3 χρόνια της ζωής. Επίσης από έρευνες έχει διαπιστωθεί ότι στα πρώτα χρόνια ο εγκέφαλος έχει ευαίσθητες περιόδους στη διάρκεια των οποίων το παιδί μαθαίνει πιο εύκολα, ενώ για να αναπτυχθεί σωστά χρειάζεται κάποιες μορφές ερεθισμάτων.
Κατά συνέπεια, οι ΕΜΔ μπορούν να εντοπιστούν πολύ πριν από την ένταξη του παιδιού στο σχολείο και δεν θα πρέπει να θεωρείται ποτέ ότι είναι πολύ νωρίς για να γίνει κάτι. Από τα πρώτα χρόνια λοιπόν της ζωής του είναι δυνατόν να έχουμε δείγματα για το αν το παιδί θα εμφανίσει ή όχι δυσκολίες στο σχολείο, τα οποία θα πρέπει ο παιδίατρος να αξιολογήσει και να κατευθύνει ανάλογα τους γονείς.  Σύμφωνα με το National Institute of Mental Health/NIMH (1999), οι μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να διαπιστωθούν ανεπίσημα παρατηρώντας σημαντικές καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων του παιδιού στα πρώτα τρία χρόνια. Συχνά εμφανίζονται μια σειρά από ενδείξεις που θα πρέπει να κινητοποιήσουν τους γονείς: το παιδί αργεί πολύ να μιλήσει, έχει φτωχό για την ηλικία του λεξιλόγιο και δεν μαθαίνει εύκολα νέες λέξεις, δε θυμάται τραγουδάκια και ποιηματάκια, δε μπορεί εύκολα να κάνει περιγραφή μιας εικόνας, ή την αναδιήγηση μιας μικρής ιστορίας, δυσκολεύεται στην άρθρωση, δεν μπορεί να κρατήσει το μολύβι και να ζωγραφίσει μέσα σε πλαίσιο, να αντιγράψει απλά σχήματα κ.ο.κ.
Στη νηπιακή ηλικία των τεσσάρων-πέντε ετών οι μαθησιακές δυσκολίες έχουν την μορφή ελαφριάς αργοπορίας τόσο στην εξέλιξη του ακουστικοφωνητικού όσο και στην εξέλιξη του οπτικοκινητικού λόγου, με αποτέλεσμα τα παιδιά να δυσκολεύονται να αναπτύξουν βασικές λειτουργικές δεξιότητες σχολικής ετοιμότητας και άλλων ικανοτήτων απαραίτητων για τη μετέπειτα μάθηση της γραφής και της ανάγνωσης. Η δυσκολία αυτή με τη σειρά της λοιπόν ενδέχεται να επεκταθεί στα επόμενα σχολικά χρόνια, στον τομέα της ανάγνωσης και της γραφής.
Στην πρώτη σχολική ηλικία και ως την Δ΄ δημοτικού, ενδείξεις αποτελούν η δυσκολία συσχετισμού συμβόλου (γράμματος) – ήχου, η δυσκολία στο συλλαβισμό, η κοπιώδης ή/και ελλιπής ανάγνωση (με υποκαταστάσεις, αναστροφές, παραλείψεις, αντικαταστάσεις λέξεων), η αδυναμία ανάκλησης προσήμων στην αριθμητική, η κακή οργάνωση του χρόνου, η δυσφορία για το σχολείο κ.ο.κ.
Η πρώιμη ανίχνευση είναι υψίστης σημασίας για το μέλλον των παιδιών, επειδή επιτρέπει την έγκαιρη οργάνωση παρεμβατικών προγραμμάτων, τη ψυχολογική στήριξη  των παιδιών και των οικογενειών τους, καθώς και την πρόληψη ίσως περισσότερο σοβαρών επιπλοκώνΌταν τα παιδιά ξεκινούν το σχολείο γύρω στα πέντε χρόνια, πρέπει να είναι ήδη σε ετοιμότητα για σχολική μάθηση. Είναι προφανές ότι όσο πιο νωρίς εντοπιστούν τα δείγματα μιας μελλοντικής δυσκολίας τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι και η αντιμετώπισή της καθώς η πρώιμη παρέμβαση αυξάνει τις πιθανότητες του παιδιού να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του και να αναπτύξει τις ικανότητές του ή/και ακόμη και να αποφύγει μια μελλοντική σχολική αποτυχία.
Ως «πρώιμη παρέμβαση» ορίζονται όλες οι μορφές παιδοκεντρικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων που αφορούν την καθοδήγηση των γονέων αμέσως μετά τον προσδιορισμό της αναπτυξιακής κατάστασης του παιδιού. Η πρώιμη παρέμβαση αφορά το παιδί καθώς επίσης και τους γονείς, την οικογένεια και το ευρύτερο περιβάλλον (Eurylaid, 1998). Στην πρώτη φάση περιλαμβάνεται ο εντοπισμός του προβλήματος, πιο συγκεκριμένα η παρατήρηση των ενδείξεων που δείχνουν ότι το παιδί βρίσκεται σε επικινδυνότητα. Η δεύτερη φάση, ο καθορισμός του προβλήματος, πραγματοποιείται με την εφαρμογή διερευνητικών κριτηρίων. Τέλος η διάγνωση αποτελεί την τρίτη φάση, κατά την οποία σχεδιάζεται το πρόγραμμα εκπαίδευσης και εξάσκησης. Η παιδαγωγική παρέμβαση και η κάθε είδους βοήθεια από ειδικούς επαγγελματίες (λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές κ.α) μπορεί να αξιοποιηθεί από την τρίτη αυτή φάση καθώς παρέχεται καθοδήγηση και συμβουλευτική, στοχεύοντας στη διευκόλυνση της αλληλεπίδρασης των γονέων του παιδιού (De Moor et al., 1995, Τζουριάδου 1995). Στατιστικά τα παιδιά τα οποία λαμβάνουν υπηρεσίες πρώιμης παρέμβασης είναι σε ένα ποσοστό 14% μικρότερα του ενός έτους, 32% είναι 12-24 μηνών και το 54% είναι 24-36 μηνών. Ακολούθως το 62% έχουν διαγνωσμένες ανεπάρκειες και το 17% αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο για μελλοντικές μαθησιακές δυσκολίες (Scarborough et al, 2004).
 Κ.Ι. Δημούλης

Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον αυτό άρθρο αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της αγαπητής συναδέλφου Αθηνάς Δολιανίτη "Ταξίδι στον κόσμο της ζωγραφικής"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου